Εκπαιδευτής γρύλων

Ειρήνη Κίτσιου

Εκπαιδευτής γρύλων

10.60 με ΦΠΑ

Τώρα σαν πέφτει χιόνι τις ηλιόλουστες μέρες καταφθάνουν εδώ – φορώντας τα χιονοπέδιλά τους – άνθρωποι κάθε ηλικίας για να προμηθευτούν τους γρύλους τους.

Όταν όλα ησυχάζουν τα βράδια, έχω τους δικούς μου που μου κρατούν συντροφιά, χτυπούν ρυθμικά τα εκπαιδευμένα τους έλυτρα, κάνοντας θρύψαλα την απειλητική μοναξιά, που προσπαθεί να εισχωρήσει στο είναι μου ανάμεσα από δυο ανάσες μου.

Κωδικός προϊόντος: 978-960-89980-7-0 Κατηγορία: Ετικέτα:

Περιγραφή

eirini_kitsiouH Ειρήνη Κίτσιου γεννήθηκε στην Κόνιτσα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Κείμενά της δημοσιεύονται επί σειρά ετών στο περιοδικό “Κόνιτσα“.
Τα δύο τις βιβλία “Πλάι στο ποτάμι” και “Εκπαιδευτής Γρύλων” έχουν αποσπάσει αξιόλογες

 

 

Κριτικές

Η γεωμετρία των αισθημάτων

Πως να γράψει κανείς για τη φύση, πώς να μιλήσει για τους ανθρώπους, πώς να εκφράσει τη γοητεία που του ασκεί η τέχνη όταν ο λυρισμός έχει πεθάνει κι η ποίηση μοιάζει να έχει εξαντλήσει όλους τους δυνατούς ακροβατισμούς της τεχνικής προκειμένου να αγγίξει τις κορεσμένες και κουρασμένες μας αισθήσεις; Με τα δύο μικρά της βιβλία, την περσινή νουβέλα «Πλάι στο ποτάμι» και τη σημερινή διηγηματογραφική συλλογή «Εκπαιδευτής γρύλων» (Κ. Μ. Ζαχαράκης, σελ. 105), η Ειρήνη Κίτσιου δείχνει ότι… ακόμα και αν βρίσκονται κρυμμένα σε μεγάλο βάθος, τα λογοτεχνικά κοιτάσματα όντως υπάρχουν καλώντας διαρκώς την αναγνωστική σκαπάνη μας να εξορύξει το πολύτιμο μέταλλό τους. Διότι αυτή η καινούργια (αν και όχι νέα στα χρόνια) πεζογράφος καταφέρνει να ξαναβάλει στο παιχνίδι τη νοσταλγία γι’ αυτό το τίποτε και το όλον που ζούμε – για την εντέλεια του κτίσματος της φύσης, για τη φρεσκάδα της παιδικής και της εφηβικής προσμονής, για την καθησυχαστική επανάληψη της οικογενειακής παράδοσης, για τη σοφή βαρύτητα της λογικής, για την ανεπίληπτη αρμονία της βουκολικής Αρκαδίας, για την ελκυστική στιλπνότητα της φλαμανδικής ζωγραφικής, κι ακόμα για την κάθε είδους μπαρόκ, ρομαντική και ροκ μουσική που σε κάθε περίσταση ποικίλει τον χρόνο και ευφραίνει την καρδιά μας. Μέσα στα μικροσκοπικά είκοσι έξι διηγήματά της, η Ειρήνη Κίτσιου κατορθώνει με άλλα λόγια να εκφράσει τον πόθο που όλοι νιώσαμε και δεν γνωρίζουμε τι να τον κάνουμε, πώς να τον διοχετεύσουμε και πού, γι’ αυτό και τον καταχωνιάσαμε σε απροσπέλαστες κρυφές μεριές για να μην μας τρελάνει.

Παίρνω ένα διήγημα στην τύχη, το «Κρυφό πέρασμα»: Βαθιά νοσταλγία του δάσους όλο τον χειμώνα. Η έλλειψή του σου σπαράζει την καρδιά. Και να που επιτέλους βρίσκεσαι «στην κεντρική του ιδέα». Παρατηρείς τα πάντα με λαχτάρα, περπατάς θαυμάζοντας το πράσινο σ’ όλες τις αποχρώσεις, το πέταγμα των πουλιών που σε τρελαίνει. Κι όταν η κούραση σε καθηλώνει στο κέντρο του ονειρεμένου αυτού παραδείσου, τότε παύεις να ενδιαφέρεσαι γι’ αυτόν. Τίποτα δεν είναι τόσο συνταρακτικό όσο το φαντάστηκες. «Μήπως τελικά η ομορφιά της φύσης έγκειται μόνο στο γεγονός ότι μας υπόσχεται πολύ περισσότερα απ’ αυτό που πραγματικά είναι;». Αποξένωση, μελαγχολία. Η πεζογραφία της Κίτσιου συλλαμβάνει τη δυσδιάκριτη τομή ανάμεσα στα αντικείμενα και στην απεικόνισή τους, ανάμεσα στη συγκλονιστική λαχτάρα γι’ αυτά και στην αφηρημένη ιδέα της λαχτάρας. Ολα μοιάζουν συναρπαστικά, μόνο που μόλις τ’ αγγίξουμε, διαλύονται. Η φύση; Ιδανική μες στην υπέροχη εντέλεια της μορφής της, αλλ’ απελπιστικά αδιάφορη απέναντί μας – χωρίς όρια και χωρίς περιορισμούς. Πολύ δύσκολο να χωρέσουμε μέσα μας το μέγεθός της. Ανακαλύπτουμε έτσι, ή καλύτερα επινοούμε το κρυφό πέρασμα, το διάσελο -όχι ανάμεσα στα πανύψηλα βουνά αλλά- ανάμεσα στο απέραντο και άμετρο φυσικό από τη μια, και στο περιορισμένο του έντεχνου από την άλλη, κι ας είναι κι αυτό ασύλληπτο όπως λόγου χάρη η μουσική του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ. Δεν μας πειράζει καθώς ο ανθρώπινος παράγοντας που τη δημιουργεί, μας συντροφεύει.

Η Ειρήνη Κίτσιου ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα στο άμεσο σκίρτημα της αισθαντικότητας και στην πιο αδυσώπητη εγκεφαλική καχυποψία. Ξέρει να κερδίζει τη δύσκολη αρμονία ανάμεσα στη σκληρή αθωότητα της φύσης και τη φιλεύσπλαχνη ανθρώπινη σοφία. Η έκφραση «Να, όμως, που τώρα, είμαι επιτέλους εδώ στην κεντρική ιδέα του δάσους» ακούγεται συγκλονιστική καθώς εμπεριέχει ταυτόχρονα το ποθητό αντικείμενο και την αδυναμία της απόκτησής του, συνιστώντας μια φράση κιβωτό – το ίδιο το καλούπι του ανθρώπινου πόθου. Περιέργεια, νοσταλγία, ποίηση, τρυφερότητα, έκσταση και αποτύπωσή της γεωμετρίας των ανθρώπινων αισθημάτων με τη βοήθεια της γλώσσας. Με τα δυο της βιβλιαράκια η Κίτσιου έχει ήδη διαμορφώσει μια αναγνωρίσιμη συγγραφική φυσιογνωμία. Η έκφραση της διαθέτει βαρύτητα, πυκνότητα, είναι θα έλεγα κρουστή. Η γοητεία των κειμένων της στηρίζεται στη μυστική διασταύρωση ανάμεσα στο ισχυρό βίωμα που απορρέει από την ορεσίβια φυσική ζωή και στη σκληρή μαθητεία σε μια απαιτητικότατη πνευματική δοκιμασία. Οι υποβλητικοί όγκοι της Πίνδου, της Τύμφης και οι ορμητικές πηγές του Αώου ποταμού από τη μια, η Εμιλι Ντίκινσον, ο Χέλντερλιν, ο Ρωμαίος ρήτορας Αιλιανός, ο Ε. Χ. Γονατάς και ο Σόρεν Κίργκεγκαρ, διατρανώνουν την πίστη μας ότι η λογοτεχνία ανανεώνει τον κόσμο αντικρίζοντάς τον μ’ ένα καινούργιο βλέμμα.

Ελισάβετ Κοτζία, Διακρίνοντας – Καθημερινή της Κυριακής 1/6/08

“H μαγία της ρευστότητας”
Επικοινωνώντας με την αμφισημία ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου κόσμου
Το πρώτο της πεζό η Ειρήνη Κίτσιου το δημοσίευσε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς· είχε τίτλο «Πλάι στο ποτάμι» κι επρόκειτο για μιαν αφήγηση με παράξενα ονειρική και παραμυθητική ατμόσφαιρα. Τι κάνουν…. δυο κορίτσια όταν αποφασίζουν να ταξιδέψουν στις ακτές της Κίνας και να έρθουν σε επαφή με έναν κόσμο ο οποίος, πέρα από τον αυτονόητο εξωτισμό του, διαθέτει μια σπάνια δύναμη υποβολής και είναι σε θέση να τα εξοικειώσει με τα πιο ακατάληπτα μυστικά; Η πολιτική θεωρία, η φιλοσοφία του Τάο, η μουσική, οι τόποι συγκέντρωσης και προσευχής, τα πιο συνεκτικά, με άλλα λόγια, υλικά του κινεζικού πολιτισμού (τα οποία συμπληρώνονται από τη χωροταξία του Πεκίνου), συγχωνεύονται στην ταξιδιωτική εμπειρία των κοριτσιών με ορισμένες από τις καλύτερες δυτικές παραδόσεις, που ξεκινούν από τον Αγιο Αυγουστίνο και τον Ρεμπό και φτάνουν μέχρι τη γέννηση του μοντερνισμού στις καλές τέχνες. Κι όλα αυτά χωρίς καμία εγκεφαλική διακόσμηση, χωρίς ίχνος οίησης ή επίδειξης, που μπορεί να κάνουν αμέσως σκόνη τέτοιους συνδυασμούς και να εξατμίσουν εν ριπή οφθαλμού και το παραμικρό ενδιαφέρον μας για την τύχη τους. Ολα αυτά προσεκτικά και επιδέξια σχεδιασμένα και φτιαγμένα, στην κλίμακα της αντίληψης ενός παιδιού που λαχταράει να μάθει τα πάντα για τον περίγυρό του: στην κλίμακα ενός παιδιού που μολονότι δεν ξέρει πώς να αφομοιώσει το πρωτόγνωρο περιβάλλον του, μαγεύεται από την κρυμμένη ουσία του και παραδίδεται αμαχητί στη σιωπηλή γοητεία του. Ενα τέτοιο παιδί, όμως, είναι εκ των πραγμάτων ανοιχτό στην αύρα της ποίησης και τα κορίτσια της Κίτσιου στο «Πλάι στο ποτάμι» είναι, μαζί με τις υπόλοιπες ιδιότητές τους, και δύο γνήσιες ποιητικές μορφές, έτοιμες να επικοινωνήσουν με τη ρευστότητα και την αμφισημία ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου σύμπαντος.
Τοπία, χορός και μουσική

Η ποίηση είναι δραστικά παρούσα και στο τωρινό βιβλίο της Κίτσιου, το οποίο τιτλοφορείται «Εκπαιδευτής γρύλων» και αποτελείται από 26 εξαιρετικά σύντομα, αλλά ιδιαίτερα πυκνά κομμάτια, που χωρίζονται σε έξι ενότητες. Κάθε ενότητα αντιπροσωπεύει κι έναν εσωτερικό τόπο ή μιαν ενδιάθετη κατάσταση, που εκφράζεται με το πέταγμα και το ψιθύρισμα, με τη φωνή των χώρων και των πραγμάτων ή με τον χορό και τον έντεχνο ήχο: «Κολεόπτερα και ψυχές», «Αρκαδία», «Φυσικές Ιστορίες», «Τοπίο ήχων», «Βαλς ευγενικά και αισθηματικά» και «Μουσική». Τα κορίτσια τού «Πλάι στο ποτάμι» μπορεί να έχουν εξαφανιστεί από αυτά τα κομμάτια, αλλά έχει παραμείνει στο ακέραιο η ποιητική τους αύρα: μια αύρα που αποδεσμεύει πλέον κι έναν αέρα παραδοξότητας, χωρίς, εντούτοις, να σαρώνονται ποτέ οι λογικοί κανόνες ή να παραμορφώνεται κατά κράτος η κυρίαρχη εικόνα της πραγματικότητας.

Η παραδοξότητα έχει να κάνει με όσα κείμενα βάζουν στο κέντρο της σκηνής τους τη Φύση και τους ζωντανούς οργανισμούς της: γρύλοι, νυχτοπεταλούδες, μπεκάτσες, κοτσύφια, πάπιες, αγριοπερίστερα, πέρδικες, βάτραχοι, αρκούδες, πρόβατα, κουκουβάγιες, αηδόνια και μέλισσες βγαίνουν από τις κρυψώνες τους ή τρέχουν να χωθούν στις φωλιές τους, αποκαλύπτοντας πίσω από κάθε τους κίνηση κάτι σαγηνευτικά εκκρεμές και ακαθόριστο, κάτι μεταφυσικά φυσικό, που πιέζει, ενδεχομένως, τον νου μας να το συλλάβει και να το κατανοήσει, αλλά θα διαφεύγει πάντα, ό,τι κι αν συμβεί, προς έναν άπιαστο και ασύνορο ορίζοντα, ελεύθερο από την κηδεμονία των εξηγήσεων. Η Κίτσιου αποφεύγει εδώ να πέσει στην ευκολία της ανθρωπομορφικής μεθόδου, η οποία κάνει λιανά το νόημά της, ακόμη και στις πιο περίπλοκες ή σκοτεινές αλληγορίες, στέλνοντας περίπατο την οποιαδήποτε σημασιακή αιώρηση ή αμφιβολία. Οι ζωικές οντότητες της Κίτσιου εμφανίζονται στη δράση «αμεταποίητες» και «αμετάφραστες», κι αυτό ενισχύει τη λειτουργία τους τόσο στο επίπεδο της πλοκής, που περιβάλλεται από ένα πέπλο αδιόρατου μυστηρίου, όσο και στο επίπεδο του τελικού αποτελέσματος της αφήγησης, που επιδιώκει να κινητοποιήσει (και κινητοποιεί κατά τον μεγαλύτερο βαθμό) τη διαισθητική μας ανταπόκριση.

Ξεφυλλίζοντας τα άλλα κείμενα του «Εκπαιδευτή γρύλων» βλέπω πως δίπλα στη Φύση θα πρέπει να προσθέσουμε από τη μια πλευρά την παιδική ηλικία και από την άλλη κάποιες συνειρμικές (αν μπορώ να τις ονομάσω έτσι) ατμόσφαιρες, όπου τα πάντα είναι θέμα μιας ορισμένης διαδοχής των εικόνων, καθώς και του σχήματος το οποίο θα πάρει αυτή η διαδοχή σε δεδομένη στιγμή στο μυαλό μας, πυροδοτώντας μια σειρά από απρόβλεπτες ούτως ή άλλως αντιδράσεις. Ο ίδιος μηχανισμός εφαρμόζεται λίγο-πολύ και στα κομμάτια της παιδικής ηλικίας, όπου συχνά μια πολύ συγκεκριμένη λεπτομέρεια λειτουργεί με υψηλή αφαιρετικότητα, υποβάλλοντας γι’ άλλη μια φορά τον αναγνώστη σ’ ένα κλίμα παρατεταμένης απροσδιοριστίας.

Περισσότερο απ’ ό,τι στο «Πλάι στο ποτάμι», η Κίτσιου δείχνει στον «Εκπαιδευτή γρύλων» μιαν έντονη συναναστροφή με την αινιγματική στιχουργική των χάι κου ή, για να βρεθούμε στα καθ’ ημάς, με τη μεταξύ παραλόγου, φαντασίας και υπερρεαλισμού γραφή του Ε. Χ. Γονατά. Με μια τέτοιου τύπου αγωγή, αλλά και με αυτές τις επιδόσεις, η Κίτσιου μοιάζει να έχει ορίσει με σαφήνεια το μέλλον της, που διαγράφεται με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ το πόσο παρήγορη αποδεικνύεται η εμφάνιση συγγραφέων αυτού του προσανατολισμού και αυτής της ποιότητας σε μιαν εποχή η οποία έχει μετατρέψει τον εντυπωσιασμό των μεγάλων όγκων και των μαζικών μεγεθών σε μέτρο αποτίμησης των πάντων.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
EΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 13/06/2008

Σε μια πρώτη ματιά ενδέχεται να τα πάρει κανείς για ελαφρές ιστορίες, γραμμένες κυρίως για μικρά παιδιά. Σε μια προσεκτικότερη ανάγνωση ωστόσο θα διακρίνει συστατικά τα οποία ανατρέπουν αυτή την εντύπωση. Συστατικά – δείκτες, θα έλεγα, αποκαλυπτικά για το “βάθος πεδίου” που έχουν τα γραφτά της Κίτσιου. Τέτοια θεωρώ προπάντων τα ακόλουθα:

(α) Τα αφηγήματα του τόμου διαθέτουν ποιητικό βάθρο. Πρόκειται βέβαια για κείμενα πεζά, αλλά η ποίηση “όπου θέλει πνει”. Και πνέει ανάμεσα από τις σειρές στις σελίδες του βιβλίου, φυσικά και αβίαστα, χωρίς να προκύπτει ειδολογικό ζήτημα. ΑΠό την άποψη αυτή δεν υπηρετούν τη δοξασία ότι σήμερα δεν υπάρχουν είδη. Ούτε πολύ περισσότερο ανήκουν στη κατηγορία των από πρόθεση ειδολογικά μικτών κειμένων. Τέτοιων που μερικοί στον τόπο μας θεωρούν αυτόματα, κατά το μέτρο που ανταποκρίνονται στη θεωρητική συνταγή, λογοτεχνικά επιτεύγματα. Τα είδη, για όσους δεν είναι λογοτεχνικά ανιστόρητοι, ουδέποτε είχαν στεγανά όρια μεταξύ τους, αλλά και ουδέποτε έχασαν την ειδοποιό διαφορά τους. Η συγγραφέας για την οποία μιλώ δεν ακολουθεί κάποια συνταγή εργαστηριακής γραφής, απλώς γραφει ελεύθερα κατά την έμπνευσή της. Το ποιητικό βάθρο των κειμένων της οφείλεται στην ποιητική της κράση. Μια κράση που της επιτρέπει να μιλάει για σκιουράκια, για κουκουβάγιες, γαι πετροχελίδονα, κλπ, χωρίς να κονδυνεύει να γίνει γλυκερή.

(β) Άλλο συστατικό, στοιχείο με το προηγούμενο, αποτελεί ένα αναδυόμενο από τα κείμενα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που δεν είναι αφελές ή αυτάρεσκο, ούτε δείχνει αίσθημα υπεροχής ή συγκατάβασης. Πρόκειται για ένα χαμόγελο παιχνιώδες, καλοσυνάτο και ταυτόχρονα διακριτικά ειρωνικό. Τέτοιο που εύλογα συμπεραίνει πως η πεζογράφος δέχεται ότι στο παιχνίδι της ζωής μπορεί κανείς και να χαμογελά. Έχοντας επίγνωση ο ίδιος ότι παίρνει μέρος σ΄αυτό το παιχνίδι σαν παίχτης που δεν έχει ορίσει τους όρους της πατρίδας. Κι ακόμα πως δεν την ελέγχει πέρα από ένα σημείο, ούτε γνωρίζει τη διάρκειά της. Στο πλαίσιο αυτού του παιχνιδιού η διαφορά ανάμεσα στην επιφάνεια και στο βάθος των πραγμάτων είναι ζήτημα λεπτών αποχρώσεων. Αρκεί να έχεις τη χάρη ή το κουράγιο να χαμογελάς παιχνιωδώς , καλοσυνάτα και ειρωνικά ως και αυτοειρωνικά…..

(γ) Άλλο γνώρισμα των κειμένων συνιστά ή ευαισθησία με την οποία είανι γραμμένα. Την ευαισθησία αυτή, ως φίνα αισθαντικότητα, τη συναντούμε σε κάθε γραμμή του βιβλίου. Ιδιαίτερα βέβαια σε κορυφαίες πραγματώσεις, όπως στα “Καμπανέλι”, “Η Μύτη” και “Ροζ Τιέπολο”, που αποτελούν, θα έλεγε κανείς ασκήσεις ευαισθησίας…

(δ) Η ανάγνωση της συλλογής φέρνει στην επιφάνεια εξαιρετικά στοιχεία παιδείας, ιδιαίτερα πνευματικής, μουσικής και ζωγραφικής. Εξαιρετικά: με την έννοια ότι δεν συνιστούν απλά γνωστικά δεδομένα, αλλά προσωπικές κατακτήσεις ή, αλλιώς, βιωματικές επιδόσεις…

Γιώργος Αράπης “Αναφορές, Βιβλιοκρισίες”
περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, τ. 45, 12ος/2008

Επιπρόσθετες Πληροφορίες

Διαστάσεις 13 × 21 cm
ISBN

978-960-89980-7-0

Σελίδες

128

Συγγραφέας