Τηλέφωνο Επικοινωνίας: 210-8834329

του Μπέρτολτ Μπρέχτ

«Είμαι πολύ απασχολημένος: προετοιμάζω το επόμενο λάθος μου»

 

Ο Μπρεχτ ξεκίνησε να γράφει τις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ» το 1927. Το έναυσμα για τη συγγραφή αυτών των ιστοριών ήταν η διαπίστωση οτι μέσα στην καθημερινότητα τους οι άνθρωποι, αποξενωμένοι και αλλοτριωμένοι καθώς είναι, συνηθίζουν να αποδέχονται παράλογες καταστάσεις και να τις θεωρούν φυσικές και αυτονόητες. Περττό να πούμε ότι στη σημερινή εποχή, ακριβώς επειδή η αλλοτρίωση και η αποξένωση είναι ακόμα μεγαλύτερες από την εποχή του Μπρέχτ, το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πιο έντονο: Μια σειρά καταστάσεις και γεγονότα, όπως: η ανεργία, η λιτότητα, ο πόλεμος, η βία, κτλ. παίρνουν τη μορφή φυσικών φαινομένων για τον μέσο άνθρωπο. Ο τρόπος που προτείνει ο Μπρέχτ για να αντιμετωπισθεί αυτό το φαινόμενο και να σταματήσουν οι άνθρωποι να θεωρούν φυσικά και αυτονόητα πράγματα τα οποία δεν υφίστανται, είναι αυτός που χρησιμοποιεί και στα θεατρικά του έργα: δημιουργεί στον θεατρή ή στον αναγνώστη το στοιχείο της έκπληξης…

 

Λεπτομέρειες έκδοσης:

Μετάφραση: Κώστα Μιλτιάδη
Σειρά: Κλασσική Λογοτεχνία
Σελίδες: 110
Διαστάσεις: 14×21
ISBN: 978-960-6819-58-2

 

 

 

Βιογραφικό

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (γενν. ως Eugen Berthold Friedrich Brecht, 10 Φεβρουαρίου 1898 – 14 Αυγούστου 1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του «επικού θεάτρου» (Episches Theater) στη Γερμανία.

 

Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται μια αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του, που εμπνέεται από τη μαρξιστική φιλοσοφία. Σημαντική ώθηση στη σχέση του με την εργατική τάξη και το κίνημά της έδωσε η μαζική εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία.

Ο Μπρεχτ άρχισε την καριέρα του ως δραματουργός με μια σειρά πειραματισμούς, επηρεασμένος από τις εξπρεσιονιστικές τεχνικές, όπως στο έργο του «Βάαλ» (Baal, 1918). Με το αντιπολεμικό έργο του «Ταμπούρλα μες τη Νύχτα» (1922) κερδίζει το Βραβείο Κλάιστ (Kleist Prize). Ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864 – 1918) κι επηρεάστηκε σημαντικά από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το «διδακτικό» και «ανθρωπιστικό» θέατρο που για χρόνια υπηρέτησε ο Μπρεχτ απηχεί τη μαρξιστική ιδεολογία του. Ήταν τότε που έγραψε και το λιμπρέτο της όπερας (με μουσική του Κουρτ Βάιλ) » Η ‘Ανοδος και η Πτώση της πόλης Μαχάγκονυ» (1930).

Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: «Η Ζωή του Γαλιλαίου» (1937-39), «Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της» (1936-39), «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1935-41), «Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι» (1940), «Η ‘Ανοδος του Αρτούρου Ούι» (1941), «Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ» (1940-43), «Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» (1942-43) και «Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία» (1943-45). Το 1944 γράφει το έργο «Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής», μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού.

Η παγκοσμιότητα του έργου του αναγνωρίστηκε ευρέως μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έργα του κλείνουν μέσα τους μια διάρκεια, καθώς αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση. Έτσι, όχι μόνο δεν καταλύθηκαν από το χρόνο, αλλά τώρα προβάλλονται και τιμώνται περισσότερο παρά ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία το 1949, ο Μπρεχτ αφιερώνεται στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Έγραψε εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν τη σταδιακή μεταστροφή του προς τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι: Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε, Εγκώμιο στη μάθηση, Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου, Αυτό θέλω να τους πω, Να καταπολεμάτε το πρωτόγονο, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ, Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου, Εγκώμιο στον Κομμουνισμό, Εγκώμιο στη Διαλεκτική.